- ἱκνέομαι
- ἱκνέομαι (ἵκω), part. ἱκνεύμεναι, ipf. ἱκνεύμεσθα, fut. ἵξομαι, aor. ι̌̄́κόμην, 2 sing. ι̌̄́̓κευ (ῖ when with augment): come to, arrive at, reach, w. acc., also with praep.; ‘return,’ when the context gives this sense, Od. 23.151; esp. ‘approach as suppliant,’ ‘supplicate,’ Il. 14.260, Il. 22.123, Od. 9.267; met., ποθή, κάματος, σέβας, τί σε φρένας ἵκετο πένθος; Il. 1.362.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.